Ρύπανση του εδάφους και του υπόγειου νερού

Άρθρο του Διευθυντή της ΔΙΑΑΜΑΘ, Δημήτρη Δερματά, που δημοσιεύτηκε στο Βήμα Ιδέων

Μια από τις σοβαρότερες απειλές για τον πλανήτη μας

Ενας από τους πολυτιμότερους θησαυρούς που ο πλανήτης μας κρύβει μέσα του είναι τα αποθέματα γλυκού νερού που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια του εδάφους, αποθηκευμένα στους πόρους υπεδαφικών σχηματισμών. Καθώς το νερό είναι η βασικότερη προϋπόθεση για την ύπαρξη ζωής, τα υπόγεια νερά επηρεάζουν καθοριστικά τα οικοσυστήματα και τις δραστηριότητες του ανθρώπου σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης. Δυστυχώς, όμως, ένα σημαντικό ποσοστό των υπεράριθμων χημικών ουσιών που η σύγχρονη, υπερκαταναλωτική κοινωνία παράγει και χρησιμοποιεί με διαρκώς αυξανόμενους ρυθμούς, τελικά καταλήγει στο έδαφος και στα υπόγεια νερά προκαλώντας τη ρύπανσή τους. Εκτός από τους ανθρωπογενείς παράγοντες, η ρύπανση του γεωπεριβάλλοντος μπορεί να οφείλεται και σε φυσικές διαδικασίες διάβρωσης πετρωμάτων, με χαρακτηριστικά παραδείγματα για τη χώρα μας το αρσενικό και το χρώμιο. Η ρύπανση του υπόγειου νερού είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και υποχρεωτικά συνυπάρχει με τη ρύπανση του εδάφους και αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες απειλές στον πλανήτη καθώς τα αποθέματα γλυκού νερού περιορίζονται δραστικά από τις ολοένα μεγαλύτερες πιέσεις που προέρχονται από τον υπερπληθυσμό και την κλιματική αλλαγή.

Σήμερα περισσότερο από το μισό του παγκόσμιου ανθρώπινου πληθυσμού εξαρτάται άμεσα από τα υπόγεια αποθέματα για πόσιμο νερό. Τα υπόγεια νερά παίζουν πια κρίσιμο ρόλο και στην πρωτογενή παραγωγή (γεωργία και κτηνοτροφία), όπου παρατηρείται ότι αυξάνεται διαρκώς το ποσοστό χρήσης των υπόγειων νερών σε βάρος των επιφανειακών. Αυτό συμβαίνει σε επίπεδα υπεράντλησης, όπου δηλαδή η χρήση υπερβαίνει την ανατροφοδότηση των υπόγειων υδροφορέων με αποτέλεσμα τη σταδιακή υποχώρηση του υδροφόρου ορίζοντα. Είναι δεδομένο ότι αν στη χώρα μας δεν σταματήσει σύντομα η αρδευτική κατασπατάληση του νερού, η επερχόμενη κλιματική αλλαγή θα επιφέρει ακόμη μεγαλύτερες περιβαλλοντικές πιέσεις στους υπόγειους υδροφορείς. Ήδη σε πολλές περιοχές της Ελλάδας εκτός από τη δραστική υποχώρηση του υδροφόρου ορίζοντα και τα συνεπακόλουθα φαινόμενα ερημοποίησης, ανθρωπογενείς δραστηριότητες ευθύνονται σε σημαντικό βαθμό και για την υποβάθμιση του γεωπεριβάλλοντος (νιτρορρύπανση, ρύπανση με φυτοφάρμακα, αγροχημικά, κτηνοτροφία, κ.λπ.) υποβαθμίζοντας την ποιότητα του υπόγειου νερού ίσως ανεπιστρεπτί, σε τέτοιον βαθμό που σε μερικές περιπτώσεις δεν είναι κατάλληλο ούτε για άρδευση. Ειδικά στον Θεσσαλικό κάμπο, η δραματική καθίζηση του υδροφόρου ορίζοντα και τα φαινόμενα υποβάθμισης ή και ερημοποίησης του εδάφους αποτελούν σήμερα τα κύρια επιχειρήματα που συνηγορούν στην εκτροπή του Αχελώου. Τα διαχειριστικά σχέδια, που επιτέλους εκπονούνται για τις εμπλεκόμενες λεκάνες απορροής, θα καταδείξουν τα όποια πραγματικά ελλείμματα νερού υπάρχουν, εφόσον υπάρχουν, μια και το φαινομενικό έλλειμμα μπορεί και πρέπει να εξισορροπείται από τον απαιτούμενο εξορθολογισμό των όποιων εκμεταλλεύσεων και χρήσεων. Σε κάθε περίπτωση, το να μεταφερθεί οποιαδήποτε ποσότητα «καινούργιου» νερού στον Θεσσαλικό κάμπο από άλλη λεκάνη απορροής, χωρίς να έχουν δρομολογηθεί τα απαραίτητα βήματα εξοικονόμησης και εξορθολογισμού των χρήσεων, απλώς θα επιτείνει το ήδη υπάρχον πρόβλημα κάνοντας την επίλυσή του σημαντικά πιο σύνθετη, αν όχι αδύνατη, στο απώτερο μέλλον.

Η ανθρωπογενής ρύπανση αφορά και την ουσιαστικά ανεξέλεγκτη στην Ελλάδα εδαφική διάθεση αστικών, βιομηχανικών (συμπεριλαμβανομένης και της παραγωγής ενέργειας), μεταλλευτικών και άλλων ειδικών αποβλήτων. Επιπρόσθετα αφορά περιπτώσεις ρύπανσης από πετρελαιοειδή, πυρκαϊές σε ανεξέλεγκτες χωματερές, αλλά και από παθογόνους μικροοργανισμούς. Εδώ οι πιθανές λύσεις είναι καθαρά τεχνολογικές, μια και απαιτείται έλεγχος της πηγής ρύπανσης και, όπου προϋπάρχει ρύπανση, εξυγίανση του ρυπασμένου γεωπεριβάλλοντος, ώστε να απομακρυνθούν οι υφιστάμενοι ρύποι ή να ελαττωθεί σημαντικά η συγκέντρωση και η κινητικότητά τους. Παρ΄ ότι υπάρχουν πολλές δοκιμασμένες και αξιόπιστες τεχνολογικές λύσεις, η αντιμετώπιση προβλημάτων γεωπεριβαλλοντικής ρύπανσης είναι συνήθως επιστημονικά πολύπλοκη καθώς ακόμη και οι μετρήσεις συγκεντρώσεως των ρύπων ελέγχονται για την αξιοπιστία τους, και απαιτεί διεπιστημονική προσέγγιση και ισχυρή χρηματοδότηση. Μια βιώσιμη τεχνολογική λύση θα πρέπει να βασίζεται στην πλήρη γνώση της συγκέντρωσης, της διασποράς και της γεωχημικής μορφολογίας των ρύπων αλλά και των φυσικοχημικών χαρακτηριστικών του εδάφους, της γεωλογίας και υδρογεωλογίας της περιοχής. Για την Ελλάδα υπάρχει ακόμη έντονο το πρόβλημα ολοκλήρωσης και κυρίως εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας, ενώ σημαντική είναι και η έλλειψη εξειδικευμένης εμπειρίας σε προβλήματα ρύπανσης στο γεωπεριβάλλον.

Το πρώτο μπορεί να επιλυθεί κυρίως με τη λειτουργία μηχανισμών ελέγχου, ενώ το δεύτερο αντιμετωπίζεται με την κατάλληλη εκπαίδευση όλων των εμπλεκομένων φορέων (ατόμων και οργανισμών). Επιπρόσθετα, η έλλειψη αξιόπιστων πρωτογενών στοιχείων ρύπανσης αναφορικά με τα εδάφη και τα υπόγεια νερά αποτελεί τροχοπέδη στην ολοκληρωμένη διαχείρισή τους. Ακολουθώντας μια οικοσυστημική προσέγγιση, τα προγράμματα παρακολούθησης της ποιότητας του εδάφους και του υπόγειου νερού και οι στρατηγικές απορρύπανσης, που θα πρέπει να υιοθετηθούν το συντομότερο δυνατόν, πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις γεωχημικές αντιδράσεις και τις αλληλεπιδράσεις ρύπουεδάφους- υπόγειου νερού, ώστε να έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Συμπερασματικά, ο κίνδυνος των δυσμενών επιπτώσεων των κλιματικών αλλαγών ήδη υφίσταται στη χώρα μας σε σχέση με το νερό, κυρίως λόγω της απουσίας μιας σύγχρονης περιβαλλοντικής πολιτικής που να αποσυνδέει την οικονομική ανάπτυξη από την αλόγιστη κατανάλωσή του. Ειδικά για το υπόγειο νερό, φαίνεται πως η κατάσταση θα επιδεινωθεί στα επόμενα χρόνια σε μεγάλο βαθμό, ανεξάρτητα από τις όποιες διεθνείς εξελίξεις για την αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών, καθώς η αυξανόμενη μεταβλητότητα και συνεπώς η μειωμένη αξιοπιστία στα επιφανειακά αποθέματα νερού λόγω της κλιματικής αλλαγής θα καταστήσει αναμφισβήτητα τη χρήση των υπόγειων αποθεμάτων νερού ακόμη πιο ελκυστική και ίσως πιο αναγκαία απ΄ ό,τι είναι σήμερα. Εκτός από τον μακροχρόνιο απαιτούμενο σχεδιασμό, κάποια πρώτα βήματα πρέπει να επιτευχθούν άμεσα, με βάση το παγκόσμιο κεκτημένο, σε σχέση με την προστασία του περιβάλλοντος και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Από τη μια πλευρά οι κτηνοτροφικές και κυρίως οι γεωργικές εκμεταλλεύσεις πρέπει να εξορθολογιστούν και να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα, έτσι ώστε να περιοριστεί δραστικά η κατασπατάληση των υδάτινων αποθεμάτων, να ελαχιστοποιηθεί η ρύπανση από νιτρικά και αλλά χημικά και να προστατευθεί το έδαφος από την επερχόμενη ερημοποίηση μέσω του εμπλουτισμού του με οργανική ύλη και ηπιότερων μεθόδων εκμετάλλευσής του. Από την άλλη πλευρά, με βάση την αρχή πρόληψης της ρύπανσης στα υπόγεια νερά, είναι πρωτίστως απαραίτητη η παύση της ανεξέλεγκτης εδαφικής διάθεσης αστικών, βιομηχανικών, γεωργικών, κτηνοτροφικών και άλλων αποβλήτων, σε συνάρτηση με την ανάπτυξη κατάλληλων αλλά και βιώσιμων υποδομών επεξεργασίας και διαχείρισης των αποβλήτων αυτών, καθώς και την εξυγίανση ή και απορρύπανση των ήδη ρυπασμένων εδαφών έτσι ώστε να διασφαλίζεται η υψηλή, ελεύθερη από ρύπους, ποιότητα των υπόγειων αποθεμάτων πόσιμου νερού για τις επόμενες γενιές.